Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

ΗΡΑΚΛΗΣ (Β΄ μέρος)

HΡΑΚΛΗΣ
ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΗΡΩΑΣ
ΣΟΦΟΚΛΗΣ
ΤΡΑΧΙΝΙΑΙ
ΥΠΟΘΕΣΗ
Η Δηιάνειρα (αυτή που αλώνει, καταστρέφει τους άνδρες) περιμένει στην Τραχίνα μαζί με τον γιο της Ύλλο την επιστροφή του Ηρακλή, που βρίσκεται σε ξένα μέρη δέκα πέντε μήνες τώρα. Έρχεται ο κήρυκας Λίχας  φέρνοντας σκλάβες και το μήνυμα ότι ο άνδρας της θα γυρίσει γρήγορα. Μία όμως από τις αιχμάλωτες, η Ιόλη, έχει κατακτήσει την καρδιά του Ηρακλή. Αυτό προκαλεί θλίψη στη Δηιάνειρα και αποφασίζει να χρησιμοποιήσει ένα ερωτικό φίλτρο, που της είχε δώσει ο Κένταυρος Νέσσος, για να ξανακερδίσει την αγά­πη του Ηρακλή. Με αυτό ποτίζει ένα μανδύα και του τον στέλνει με τον Λίχα ως δώρο. Το φίλτρο όμως ήταν ποτισμένο με το φοβερό φαρμάκι της Λερναίας Ύδρας και αργά πια η Δηιάνειρα ανακαλύπτει ότι το μαλλί που χρησιμοποίησε για να αλείψει το ρούχο, διαλύθηκε στο φως. Τότε έρχεται ο Ύλλος, γιος του Ηρακλή, και της αφη­γείται ότι μόλις ο πατέρας του φόρεσε τον μανδύα, προσβλή­θηκε από φρικτούς πόνους. Τον φέρνουν ετοιμοθάνατο στην Τραχίνα. Η Δηιάνειρα σιωπηλά αποχωρεί και η τροφός λίγο αργότερα περιγράφει την αυτοκτονία της. Ύστερα από αυτό μεταφέρουν σε φορείο, εξαθλιωμένο από τον πόνο, τον Ηρα­κλή . Ξεσπά σε θρήνους, ζητά να εκδικηθεί τη γυναίκα του, αλλά όταν μαθαίνει από τον γιο του την αλήθεια, δέχεται τη μοίρα του και δίνει στον Ύλλο οδηγίες, να ετοιμάσει την ταφική πυρά στην Οίτη και να παντρευτεί αυτός (δηλαδή ο Ύλλος) την Ιόλη.


ΗΡΑΚΛΗΣ
Ο ήρωας δεν έχει τίποτε αξιαγάπητο πάνω του. Η αγριότητα που τον οδηγεί να καταστρέψει μια ολόκληρη πόλη (την πόλη του Ευρύτου στην Εύβοια) για χάρη της Ιόλης θυμίζει το αχαλίνωτο ερωτικό πάθος που   συχνά του αποδίδεται. Στέλνει χωρίς δισταγμό στο σπίτι δίπλα στη γυναίκα του μια παλλακίδα, ενώ ο σωματικός πόνος τον οδηγεί στην εξόντωση του κήρυκα Λίχα.

Ο ΥΛΛΟΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ(Στ.749-788)

Αν πρέπει να τα μάθεις, είναι ανάγκη
να σου τα πω καταλεπτώς.
Αφού την πόλη την ξακουσμένη κούρσεψε του Ευρύτου,
γυρνούσε πίσω φέρνοντας της νίκης
τα τρόπαια και τα λάφυρα. Είναι κάποιο
της Εύβοιας κυματόζωστο ακρογιάλι,
το Κήναιον ακρωτήρι. Εκεί στο Δία
πατέρα του βωμούς κι ιερόν άλσος
αφιερώνει, εκεί τον είδα πρώτη
φορά κι εγώ, χαρά πλημμυρισμένος
απ' τη μεγάλη μου λαχτάρα που είχα.
Καθώς λοιπόν αυτός ετοιμαζόταν
να σφάξει πλήθος ζώα για τις θυσίες,
έρχεται απ' το παλάτι ο κήρυκας του,
ο Λίχας, και το δώρο σου του φέρνει,
τον πέπλο το θανάσιμο. κι εκείνος,
αφού τον φόρεσε όπως του μηνούσες,
σφάζει δώδεκα ταύρους αψεγάδιαστους,
την πιο καλή μερίδα από το κούρσος
διαλέγοντας μα όλα μαζί τα ζώα
που πρόσφερε ήταν εκατό. Και πρώτα
με την ψυχή γαλήνια προσευχόταν
ο δύστυχος κι όλο χαρά για την ωραία
στολή του. όμως σε λίγο, όταν επήρε
να λαμπαδιάζει η φλόγα από το αίμα
των ιερών σφαχτών κι απ' το ρετσίνι
των ξύλων, μούσκεψ' ο ιδρώτας το κορμί του
και στα πλευρά του κόλλησε ο χιτώνας,
θαρρείς και τον εφάρμοσε τεχνίτης
σ' όλο το σώμα του επιδέξια τότε
μπήκε σουβλιά ως τα κόκαλα του
και σύγκορμο φριχτοί σπασμοί τον πιάσαν
υστέρα αρχίζει να τον κατατρώει,
λες κι ήτανε πικρής οχιάς φαρμάκι.
Ευθύς φωνάζει το δυστυχισμένο
το Λίχα που δεν έφταιγε καθόλου
για την κακούργα πράξη σου, ρωτώντας
με τι σκοπούς πανούργους το χιτώνα
τού έφερε αυτόν κι είπεν ο δόλιος,
τίποτα μη γνωρίζοντας, πως ήταν
το δώρο που μονάχη σου είχες στείλει.
Μόλις τ' άκουσε κείνος κι όπως πάλι
τα σπλάχνα του βαθύς σούβλισε πόνος,
από το πόδι αρπώντας τον στο μέρος
του αστράγαλου, μ' ορμή τον σφεντονάει
πάνω σε βράχο κυματοζωσμένο.
Άνοιξε το κεφάλι του στη μέση
και τα λευκά μυαλά του ανάκατα με το αίμα
σκόρπισαν στα βοστρύχια. Έσυρε τότε
θρήνου ξεφωνητό ο λαός, ως είδε
τον ένα σκοτωμένο και τον άλλο
να τον παιδεύει ο πόνος, μα κανένας
δεν τόλμαγε κοντά του να ζυγώσει.
Γιατί στο χώμα σφάδαζεν εκείνος
κι ανάερα τιναζότανε με βόγκους
και μουγκρητά. τριγύρω αντιλαλούσαν
οι βράχοι κι απ' αλάργου της Λοκρίδας
τα βουνοπλαγιά και της Εύβοιας οι κάβοι. 


ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ
Ο Σοφοκλής με τη Δηιάνει­ρα θέλησε να απεικονίσει την αφοσιωμένη σύζυγο. Ό,τι αυτή έκανε, προερχόταν από την αγάπη της προς τον Ηρακλή και την ανά­γκη της να τον κρατήσει κοντά της. Η καταστροφή προήλθε χωρίς να την επιθυμεί ή να την έχει προβλέψει: συνηθισμένο μοτίβο του Σοφοκλή οι ήρωες που εν αγνοία τους προκαλούν δεινά, από τα οποία χάνονται και οι ίδιοι (πρβλ. Οιδίπους Τύραννος). Καμία σχέση δεν έχει αυτή η ηρωίδα με τις μανια­σμένες και παθιασμένες γυναίκες των ευριπίδειων έργων. Η Μήδεια φέρει ολοκληρωτικά τις ευθύνες των πράξεων της, ενώ πάνω από τις σκέψεις και τα σχέδια της τραγικής Δηιάνει­ρας, βρίσκεται η δύναμη ενός ανεξέλεγκτου πεπρωμένου. Η Δηιά­νειρα αγωνιά για την τύχη του ανδρός της και προσωρινά ανα­κουφίζεται με τα νέα του αγγελιαφόρου και του Λίχα. Η χαρά της δεν διαρκεί πολύ, γιατί μαθαίνει ότι τα νέα είναι ελλιπή· ο άνδρας της είναι ερωτευμένος με μία νεότερη γυναίκα, που από δω και στο εξής θα κατοικεί στο σπίτι τους. Ως λύση στο πρό­βλημα της θεωρεί το μαγικό φίλτρο, με το οποίο πιστεύει ότι θα κερδίσει την αγάπη του Ηρακλή· η ελπίδα της αναζωπυρώνε­ται, αλλά στο τέλος επέρχεται η καταστροφή· το φίλτρο είναι θανατηφόρο.


ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΔΗΙΑΝΕΙΡΑΣ (στ. 898-946) :
ΧΟΡΟΣ
Και βάσταξε γυναικείο χέρι να τα πράξει;

ΤΡΟΦΟΣ
Μ' απαίσιο τρόπο άκου να πιστέψεις.
 Όταν στο σπίτι της εμπήκε κι είδε
στη μεσαυλή το γιο της να ετοιμάζει
στρωσίδια μαλακά, για ν' ανταμώσει
τον πατέρα του πάλι, αφού σε μέρος
κρύφτηκε που κανείς να μην τη βλέπει,
πέφτοντας στους βωμούς  θρηνολογούσε,
πως έμεινε έρμη κι έκλαιγεν η δόλια,
το καθετί χαϊδεύοντας που ως τότε
το 'χε νοικοκυριό της· και γυρνώντας
 παντού μες στους θαλάμους, μόλις κάποιον
θωρούσε απ' τους καλούς της υπηρέτες,
ξέσπαγε σε λυγμούς κοιτάζοντας τον,
βαρυγκομώντας την κακιά της μοίρα
και του σπιτιού, που έτσι ορφανεμένο
θα 'μενε πια. Σαν έπαψαν ετούτα,
τη βλέπω ξάφνου γρήγορα να τρέχει
στου Ηρακλή την κάμαρα- Στον ίσκιο
 καλά κρυμμένη εγώ παραφυλούσα·
 και τη θωρώ να στρώνει το κλινάρι
του αντρός της μ' απαλά στρωσίδια.
Όταν ετέλειωσε, πηδάει κι ανακαθίζει
 στου κρεβατιού τη μέση και σε κλάμα
 θερμό κι ανέσωστο ξεσπώντας, είπε:
 «Θάλαμε και κλινάρι νυφικό μου,
σας χαιρετάω για πάντα, τι ποτέ σας
εδώ δε θα με δείτε να πλαγιάσω».
Αυτά είπε και με γρήγορο το χέρι
λύνει τον πέπλο της εκεί που τον κρατάει
στα στήθη εμπρός η ολόχρυση περόνη
και το ζερβί της γύμνωσε το μπράτσο
κι όλο της το πλευρό. Τότες αμέσως,
μ' όση μπορούσα γρηγοράδα τρέχω
και λέω στο γιο της τι μηχανευόταν.
Μα ώσπου να πάμε και να 'ρθούμε, τη θωρούμε
να κείτεται άψυχη μ' ένα μαχαίρι
δίκοπο, στα πλευρά της καρφωμένο
μέσα στα σπλάχνα κάτω απ' το συκώτι.
Έσυρε βόγκο ο γιος της, ως την είδε
γιατί ένιωσεν ο μαύρος πως σ' ετούτην
την πράξη θα την έσπρωξε ο θυμός του,
αργά μαθαίνοντας απ' τους ανθρώπους
του παλατιού πως άθελα της είχε
κάμει τα έργα τούτα, από τα λόγια
του Κενταύρου ξεγελασμένη. Τότε
μήτε στιγμή το δύστυχο παιδί της
δεν έπαψε να κλαίει και να χτυπιέται,
να τη φιλεί γερμένο στο πλευρό της
στενάζοντας πικρά, γιατί την είχε
με κατηγόριες άδικες φορτώσει
και θρήναγε που θα 'μενε η ζωή του
ορφανεμένη από πατέρα κι από μάνα.
Αυτά γένηκαν εκεί μέσα κι όποιος
λογιάζει πως θα ζήσει καν δυο μέρες
ή ακόμη πιο πολλές, άμυαλος είναι.
το αύριο δεν υπάρχει πριν περάσει
δίχως κακό η σημερινή σου μέρα.

ΗΡΑΚΛΗΣ
Ο Ηρακλής τελικά υψώνει σε παροξυσμό την επιθυμία του να πάρει εκδίκηση από τη Δηιάνειρα. Όταν όμως μαθαίνει τα καθέκαστα δε βρίσκει ούτε μια λέξη να πει για τη μοίρα της, σε έντονη αντίθεση προς τον Ύλλο. Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε πως τη σκληρότητα που δείχνει ο Ηρακλής προς τους άλλους τη στρέφει την ώρα του θανάτου του στον ίδιο τον εαυτό του.


Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΕΞΑΠΟΛΥΕΙ ΑΠΕΙΛΕΣ (Στ. 1082—1112)

Πάλι με φλόγισε ο σπασμός της συμφοράς,
σούβλισε τα πλευρά μου, δίχως πόνους
δε θα μ' αφήσει, φαίνεται, η κατάρατη
και σαρκοβόρα αρρώστια.
Άδη, άρχοντα μου, δέξου με,
αστροπελέκι χτύπα με του Δία.
Ρίξε, πατέρα, βασιλιά μου,
μ' ορμή τον κεραυνό σου, ακόντισε με.
Να, με σπαράζει πάλι το κακό,
φούντωσε πια κι ακράτητο χιμάει.
Ω! χέρια, χέρια μου και πλάτες, στήθια
κι αγαπημένα μπράτσα, εσείς μια μέρα
πνίξατε το λιοντάρι της Νεμέας,
το φοβερό, το ανήμερο θεριό που ήταν
πληγή για τους βοσκούς, και τη Λερναία Ύδρα
και το άνομο κι αζύγωτο άγριο πλήθος
των αλογίσιων δίμορφων Κενταύρων,
που κόμπαζαν για τη μεγάλη δύναμη τους.
Τον Ερυμάνθιο κάπρο, και το σκύλο
του Άδη τον τρικέφαλο, απολέμητο
τέρας βαθιά στη γης, παιδί της μαύρης
Έχιδνας, και το δράκο που φρουρούσε
στα πέρατα του κόσμου τα χρυσά μήλα.
Κι έχω περάσει μύριους άλλους μόχθους,
όμως κανείς απ' τα δικά μου χέρια
ποτέ δεν πήρε τρόπαια της νίκης.
Μα τώρα απ' την κρυφή αρρώστια ο δόλιος
άψυχος έτσι, σπαραγμένος σβήνω
και με τις σάρκες μου κομματιασμένες
χάνομαι ΄γω, που μ' έλεγαν βλαστάρι
της πιο καλής μητέρας, που με λένε
του Δία των άστρων γιο. Μα ετούτο
να ξέρετε καλά, κι αν τώρα αξίζω
όσο ένα τίποτα, κι αν το κορμί μου
δεν μπορώ να κουνήσω, αυτήν που ετούτα
κατάφερε, θα κομματιάσω κι έτσι
ως είμαι. Λίγο μόνο να ζυγώσει,
για να της μάθω να το λέει σ' όλους
πως άξια τους κακούς, και πεθαμένος
και ζωντανός, εγώ έχω τιμωρήσει.


ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Σύμφωνα με την παράδοση, ο μόνος που άντεξε να ανάψει την ταφική πυρά του Ηρακλή ήταν ο Φιλοκτήτης, γιος του Ποίαντα και της Μεθώνης, που ως ανταμοιβή πήρε τα τόξα και τα βέλη του Ηρακλή. Την ιστορία αυτού του ήρωα δραματοποιεί ο Σοφοκλής στο Φιλοκτήτη του.
ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ
Στους Νεκρικούς διάλογους ο Διογένης μένει κατάπληκτος όταν συναντά στον Άδη τον Ηρακλή. Ο Ηρακλής πασχίζει μάταια να διαλύσει τις αμφιβολίες του Διογένη και να τον πείσει ότι δεν είναι παρά ένα είδωλο, ενώ ο πραγματικός Ηρακλής χαίρεται την αιώνια μακαριότητα πάνω στον Όλυμπο. Ο Διογένης μένει ασυγκίνητος, έχει τη γνώμη ότι θα μπορούσε να συμβαίνει εξ ίσου και το αντίθετο. Φτάνει στο σημείο να αναρωτηθεί  αν ο Ηρακλής δεν τριχοτομήθηκε με το θάνατό του.

11(16)  ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ

ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Καλέ, αυτός δεν είναι ο Ηρακλής; Δεν είναι άλλος, μα τον Ηρακλή. Το τόξο, το ρόπαλο, η λεοντή, το ανάστημα, ολόιδιος ο Ηρακλής. Ώστε πέθανε μολονότι γιος του Δία; Για πες μου, ένδοξε θριαμβευτή, είσαι νεκρός; Κι εγώ που σου πρόσφερα θυσίες πάνω στη γη σα θεό.

ΗΡΑΚΛΗΣ
Καλά έκανες και θυσίαζες. Ο πραγματικός Ηρακλής βρίσκεται στον ουρανό μαζί με τους θεούς και έχει γυναί­κα του την Ήβη με τους ωραίους αστραγάλους. Εγώ είμαι το φάντασμα του.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Τι εννοείς; Φάντασμα του θεού; Και είναι δυνατό να είναι κάποιος κατά το ήμισυ θεός και να πεθάνει κατά το ήμισυ;

ΗΡΑΚΛΗΣ
Ναι, γιατί δεν πέθανε εκείνος, αλλά εγώ, το ομοίωμα του.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Καταλαβαίνω. Σε παρέδωσε στον Πλούτωνα στη θέση του, σαν υποκατάστατο, και τώρα είσαι εσύ νεκρός αντί για κείνον.

ΗΡΑΚΛΗΣ
Κάτι τέτοιο.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Πώς λοιπόν ο Αιακός, που είναι τόσο σχολαστικός, δεν κατάλαβε πως δεν είσαι εκείνος, αλλά δέχτηκε υποκατά­στατο του Ηρακλή, παρ' όλο που το είδε με τα μάτια του;

ΗΡΑΚΛΗΣ
 Γιατί ήμουν ολόιδιος.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Αλήθεια λες. Καταπληκτική ομοιότητα, σαν να είσαι ο ίδιος ο Ηρακλής. Πρόσεξε όμως μήπως έχει συμβεί το αντίθετο, και είσαι εσύ ο Ηρακλής, ενώ το φάντασμα σου έχει παντρευτεί την Ήβη στους ουρανούς.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Είσαι θρασύς και φλύαρος αν δεν πάψεις να με κοροϊ­δεύεις, θα καταλάβεις αμέσως ποιανού θεού είμαι φάντα­σμα.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Το τόξο είναι γυμνό και πανέτοιμο. Εγώ όμως γιατί να σε φοβηθώ, άπαξ και είμαι πεθαμένος; Μα πες μου, στο όνομα του Ηρακλή σου, όταν εκείνος ζούσε, ήσουν μαζί του και τότε σαν φάντασμα; Ή στη ζωή ήσασταν ένας και, όταν πεθάνατε, διαιρεθήκατε κι εκείνος πέταξε στους ου­ρανούς, ενώ εσύ, το φάντασμα, ήρθες στον Αδη, όπως ήταν φυσικό;

ΗΡΑΚΛΗΣ
Δεν έπρεπε καν να απαντώ σε άνθρωπο που το κάνει για να σπάσει πλάκα. ΄Ακουσε όμως και τούτο. Ό,τι υπήρχε στον Ηρακλή από τον Αμφιτρύωνα έχει πεθάνει, κι εγώ είμαι εκείνη πλευρά του. Ό,τι όμως ήταν του Δία βρίσκε­ται στον ουρανό με τους θεούς.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Τώρα καταλαβαίνω ακριβώς. Εννοείς δηλαδή πως η Αλκμήνη γέννησε την ίδια στιγμή δύο Ηρακλήδες, τον ένα από τον Αμφιτρύωνα και τον άλλο από τον Δία. Έτσι δεν σας πήραν είδηση, αφού ήσασταν δίδυμοι από την ίδια μητέρα.


ΗΡΑΚΛΗΣ
 Όχι, χαζέ. Και οι δυο είμαστε το ίδιο πρόσωπο.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Δεν είναι εύκολο να το καταλάβω, δύο Ηρακλήδες μαζί, εκτός αν ήσασταν κάτι σαν ιπποκένταυρος, άνθρωπος και θεός, κολλημένοι μαζί.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Δεν νομίζεις λοιπόν πως όλοι είναι φτιαγμένοι από δύο στοιχεία, ψυχή και σώμα; Επομένως τι εμποδίζει η ψυχή, που προέρχεται από τον Δία, να είναι στον ουρανό, κι εγώ, το θνητό μέρος, να είμαι με τους νεκρούς;
ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Μα, καλέ μου, γιε του Αμφιτρύωνα, θα μιλούσες  σωστά, αν ήσουν σώμα, τώρα όμως είσαι, ασώματο φάντα­σμα. Επομένως, έτσι όπως τα λες, έχεις κάνει τριπλό τον Ηρακλή.

ΗΡΑΚΛΗΣ
Πώς τριπλό;

ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Να πως· αν ο ένας βρίσκεται στον ουρανό, ο άλλος μαζί μας —εσύ, το φάντασμα— και το σώμα έχει γίνει κιόλας σκόνη στην Οίτη , έχουν γίνει τώρα τρεις. Σκέψου λοιπόν ποιον τρίτο πατέρα θα επινοήσεις για το σώμα.

ΗΡΑΚΛΗΣ
Είσαι ένας θρασύς σοφιστής. Ποιος είσαι τέλος πάντων;

ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Το φάντασμα του Διογένη από τη Σινώπη. Αυτός όμως δεν είναι, μα τον Δία, μαζί με τους αθάνατους θεούς, αλλά κάνει παρέα με τους καλύτερους νεκρούς, κοροϊδεύο­ντας τον Όμηρο και τις παρόμοιες υπερβολές.


ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ (Βιβλιοθήκη Απολλόδωρου)
Η «Βιβλιοθήκη του Απολλοδώρου» είναι ένα αρχαίο ελληνικό λογοτεχνικό έργο, το οποίο περιγράφει την ελληνική μυθολογία. Είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό έργο γιατί, μαζί με τη «Θεογονία» του Ησίοδου, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, δίνουν μια πολύ καλή και λεπτομερή εικόνα των ελληνικών μύθων για τους θεούς και τους ήρωες. Φέρεται να γράφτηκε από κάποιον Απολλόδωρο. Αρχικά πιστευόταν ότι αυτός ήταν ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος (γεννημένος στο 180 π.Χ. Από το περιεχόμενο των βιβλίων φαίνεται ότι το έργο έχει γραφτεί κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., έτσι λοιπόν ο συγγραφέας συχνά αποκαλείται «Ψευδο-Απολλόδωρος».
…ὀκτωκαιδεκατης τν Κιθαιρνειον νελε λοντα. οτος γρ ρμμενος κ το Κιθαιρνος τς μφιτρωνος φθειρε βας κα τς Θεσπου. βασιλες δ ν οτος Θεσπιν, πρς ν φκετο ρακλς λεν βουλμενος τν λοντα. δ ατν ξνισε πεντκοντα μρας, κα π τν θραν ξιντι νυκτς κστης μαν συνεναζε θυγατρα (πεντκοντα δ ατ σαν κ Μεγαμδης γεγεννημναι τς ρνου)· σποδαζε γρ πσας ξ ρακλους τεκνοποισασθαι. ρακλς δ μαν νομζων εναι τν ε συνευναζομνην, συνλθε πσαις.
πολλδωρος Βιβλιοθκη Β' 4,10

Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών σκότωσε το λιοντάρι του Κιθαιρώνα. Διότι αυτό (το λιοντάρι) έχοντας για ορμητήριο τον Κιθαιρώνα κατέστρεφε τα βόδια του Αμφιτρύωνα και του Θεσπίου. Αυτός ήταν βασιλιάς των Θεσπιών (στη Βοιωτία), στον οποίο ήλθε ο Ηρακλής θέλοντας να φονεύσει το λιοντάρι. Αυτός τον φιλοξένησε πενήντα ημέρες και καθώς έβγαινε (ο Ηρακλής) για το κυνήγι, του έβαζε κάθε νύχτα μία θυγατέρα του  να κοιμηθεί μαζί του. (είχε πενήντα θυγατέρες από τη Μεγαμήδη, την κόρη του Αρνέου). Γιατί είχε μεγάλη επιθυμία να γεννήσουν όλες παιδιά από τον Ηρακλή. Ο Ηρακλής πάλι επειδή νόμιζε ότι μία ήταν εκείνη με την οποία κοιμόταν κάθε φορά, συνευρέθηκε με όλες.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Ηρακλής είναι ένα μυθικό πρόσωπο που η αρχή του ανήκει στα παραμύθια, ξεφεύγει όμως από αυτά και εξελισσόμενος ιστορικά εισέρχεται δυναμικά στο μύθο και τη λατρεία. Αντίθετα προς το θεό, ο ήρωας αρχικά ήταν ένας άνθρωπος που θα απολάμβανε τις θείες τιμές μετά το θάνατό του. Η λογοτεχνική παράδοση μας πείθει ότι ο Ηρακλής αρχικά ήταν άνθρωπος, έπειτα έγινε ήρωας και, τέλος, θεός. Αυτό ήταν ένα δυναμικό ιδεώδες, που ανταποκρινόταν σε μια από τις βαθύτερες επιθυμίες του ανθρώπου: την αθανασία. Άρα ο σκοτεινός και ο φωτεινός ήρωας γίνεται αθάνατος ήρωας.

ΗΡΑΚΛΗΣ (Α΄ μέρος)

HΡΑΚΛΗΣ

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΗΡΩΑΣ


Ζηνς μν πϊς α Κρονονος, ατρ ιζν
εχον πειρεσην·
Οδύσσεια, λ 620



Μεγάλες είδα συμφορές, και ας ήμουν γιος του Δία.


Ο Ηρακλής αποτελεί μια διχασμένη μορφή στον αρχαιοελληνικό κόσμο: βρίσκεται ταυτόχρονα στην κορφή, αλλά και στον πάτο, στον Όλυμπο και στα Τάρταρα.


ΟΜΗΡΟΣ
Ιλιάδα

          Όταν η Θέτις προσπαθεί να αποτρέψει τον Αχιλλέα από την απόφασή του να ξαναγυρίσει στο πεδίο της μάχης και του προλέγει ότι θα πληρώσει τη δόξα με το θάνατο, ο Αχιλλέας  τη στιγμή της τελικής εκλογής του  επικαλείται το παράδειγμα του Ηρακλή.

οδ γρ οδ βη ρακλος φγε κρα,
ς περ φλτατος σκε Δι Κρονωνι νακτι·
λλ μορα δμασσε κα ργαλος χλος ρης.
ΙΛΙΑΔΑ, Σ 117-120

Μήτε ο Ηρακλής ο τρανοδύναμος δεν ξέφυγε το Χάρο,
που ο Δίας αφέντης τον αγάπησε, του Κρόνου ο γιος, περίσσια.
κι όμως η Μοίρα κι η άγρια μάνητα τον δάμασαν της Ήρας

Οδύσσεια

          Είναι ημίθεος και ταυτόχρονα φάντασμα στην κόλαση. Ο Οδυσσέας δεν μπορεί να κρύψει την έκπληξή του αντικρίζοντάς τον.

ν δ μετ εσενησα βην ρακληεην,
εδωλον· ατς δ μετ θαντοισι θεοσι
τρπεται ν θαλίῃς κα χει καλλσφυρον βην,
παδα Δις μεγλοιο κα ρης χρυσοπεδλου.
Οδύσσεια, λ, 601-604
Τότε είδα και το φάντασμα του ξακουστού Ηρακλή,
που χαίρεται μές στ΄ αγαθά με τους ουράνιους όλους
κι απόχτησε γυναίκα του την κρυσταλλόποδη Ήβη
κόρη της χρυσοσάνταλης της Ήρας και του Δία.


          Στη σύντομη συνάντησή του με τον Οδυσσέα, ο Ηρακλής αναφέρει ένα μόνο από τους άθλους, τη σύλληψή του Κέρβερου στον Άδη. Τώρα και οι δύο, εξημερωτής και φύλακας, βρίσκονται για πάντα στον Άδη.

κα ποτ μ νθδ πεμψε κν ξοντ· ο γρ τ λλον
φρζετο τοδ γ μοι κρατερτερον εναι εθλον·
τν μν γν ννεικα κα γαγον ξ Ἀίδαο·                                              
ρμεας δ μ πεμψεν δ γλαυκπις θνη.
Οδύσσεια, λ, 623-626

Μ΄ έστειλε μια φορά κι εδώ το σκύλο να του φέρω,
γιατί δε βρήκε πιο βαρύ να μου προστάξει αγώνα.
μα εγώ του τον ανέβασα, τον έβγαλα απ΄ τον Άδη,
καθώς μ΄ οδήγησε ο Ερμής κι η Αθηνά η Παλλάδα


ΟΜΗΡΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ
          Η θεμελιώδης δραματική αντίθεση ήττας και θέωσης, ζωής τυραννισμένης και ουράνιας ευτυχίας, παρουσιάζεται γλαφυρά στον Ομηρικό ύμνο.

Εἲς  ̔Ηρακλέα Λεοντόθυμον
ρακλέα, Δις υόν, είσομαι, ν μέγ' ριστον
γείνατ' πιχθονίων Θήβς νι καλλιχόροισιν
λκμήνη μιχθεσα κελαινεφέι Κρονίωνι:
ς πρν μν κατ γααν θέσφατον δ θάλασσαν
πλαζόμενος πομπσιν π' Ερυσθος νακτος
πολλ μν ατς ρεξεν τάσθαλα, πολλ δ' νέτλη:
νν δ' δη κατ καλν δος νιφόεντος λύμπου
ναίει τερπόμενος κα χει καλλίσφυρον βην.
χαρε, ναξ, Δις υέ: δίδου δ' ρετήν τε κα λβον.

Τον Ηρακλή τον γιο του Δία θα υμνήσω, τον πιο ισχυρό
απ΄ τους θνητούς στη Θήβα την απλόχωρη που γέννησε
η Αλκμήνη με τον μαυροσύννεφο σαν έσμιξε Κρονίωνα,
αυτός που κάποτε στην αχανή τη θάλασσα και τη στεριά
αφού περιπλανήθηκε με προσταγή του βασιλιά Ευρυσθέα
ανδραγαθίες πολλές κατόρθωσε και υπέφερε πολλά,
τώρα όμως πια σε καλό τόπο του χιονοσκέπαστου Ολύμπου
διαμένει απολαμβάνοντας, και την ομορφοστράγαλη την Ήβη έχει
Χαίρε, του Δία γιε, ω βασιλιά, και χάριζε ευτυχία κι αρετή.




ΗΣΙΟΔΟΣ

Θεογονία
          Ο Ησίοδος περιγράφει τον Ηρακλή να καθαρίζει τη γη από τα τέρατα.

τ τρτον δρην ατις γενατο λυγρ εδυαν
Λερναην, ν θρψε θε λευκλενος ρη
πλητον κοτουσα βίῃ ρακληείῃ.                                         
Κα τν μν Δις υἱὸς νρατο νηλι χαλκ
μφιτρυωνιδης σν ρηιφλ ολάῳ
ρακλης βουλσιν θηναης γελεης.
Θεογονία, στ. 313-318

(Η Έχιδνα) Τρίτη την Ύδρα πάλι γέννησε που μόνο το κακό γνωρίζει
τη Λερναία, που την ανέθρεψε η Ήρα, η θεά με τα λευκά τα μπράτσα,
άπληστα οργισμένη με το δυνατό Ηρακλή.
αυτήν ο γιος του Δία ο Ηρακλής τη θανάτωσε με το χαλκό τον ανελέητο,
από το σόι του Αμφιτρίωνα, μαζί με τον Ιόλαο, τον πολεμόχαρο,
χάρη στις συμβουλές της Αθηνάς που το στρατό οδηγάει.


          Ο Ηρακλής επίσης περιγράφεται να σκοτώνει το όρνιο που κατέτρωγε το συκώτι του Προμηθέα.

Τν μν ρ λκμνης καλλισφρου λκιμος υἱὸς 
ρακλης κτεινε, κακν δ π νοσον λαλκεν
απετιονδ κα λσατο δυσφροσυνων
οκ ἀέκητι Ζηνς λυμπου ψιμδοντος,
φρ ρακλος Θηβαγενος κλος εη                                    
πλεον τ τ προιθεν π χθνα πουλυβτειραν.
Τατ γ ρ ζμενος τμα ριδεκετον υἱόν·
κα περ χωμενος παθη χλου, ν πρν χεσκεν,
ονεκ ρζετο βουλς περμενει Κρονωνι.
Θεογονία, στ. 526-534



Κι αυτό το όρνιο ο γιος της Αλκμήνης της ομορφοστράγαλης
ο δυνατός,
ο Ηρακλής, το σκότωσε και τούτη την κακιά αρρώστια
απομάκρυνε
από το γιο του Ιαπετού κι από τα πάθη του τον ελευθέρωσε,
όχι χωρίς τη θέληση του Δία που κυβερνά ψηλά,
για να΄ ναι η δόξα του Ηρακλή του Θηβογεννημένου
ακόμη μεγαλύτερη από πριν πάνω στη γη που πλήθος τρέφει ανθρώπους.
Αυτήν σεβόμενος τιμούσε το γιο του τον επιφανή.
και την οργή του που ΄χε πριν την έπαψε, κι ας ήταν θυμωμένος
που ο Προμηθέας τον παντοδύναμο το γιο του Κρόνου
παράβγαινε στις γνώμες


           Η Θεογονία καταλήγει σε μια γενική αποθέωση κι ο Ηρακλής θεοποιείται: ανεβαίνει στον Όλυμπο και παίρνει για γυναίκα του την Ήβη.

 βην δ λκμνης καλλισφρου λκιμος υἱός,         
ς ρακλος, τελσας στονεντας ἀέθλους,
παδα Δις μεγλοιο κα ρης χρυσοπεδλου,
αδοην θτ κοιτιν ν Ολμπ νιφεντι,
λβιος, ς μγα ργον ν θαντοισιν νσσας
ναει πμαντος κα γραος ματα πντα.                           
Θεογονία, στ. 953-958



Και της Αλκμήνης με τους ωραίους αστραγάλους ο ρωμαλέος γιος,
ο κραταιός Ηρακλής, αφού εκτέλεσε άθλους πολυστέναχτους,
σεβάσμια πήρε ομόκλινη στο χιονισμένο Όλυμπο την Ήβη,
της χρυσοπέδιλης της Ήρας κόρη και του μεγάλου Δία,
ο ευτυχισμένος, που έργο μεγάλο στους αθάνατους μέσα επιτέλεσε,
τώρα ανάμεσα στους αθανάτους κατοικεί άβλαπτος και αγέραστος για πάντα.


ΑΣΠΙΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ

          Το «Ασπίς Ηρακλέους», ποίημα που αποδίδεται στον Ησίοδο, αναφέρεται στην ασπίδα που κατασκεύασε ο ΄Ηφαιστος με εντολή του Δία για τον Ηρακλή, ώστε να αντιμετωπίσει τον Κύκνο, γιο του θεού ΄Αρη. Είναι η μόνη περίπτωση στην οποία ο ήρωας αγωνίστηκε με πανοπλία πολεμιστή.
Ο Κύκνος, γιος του Άρη, είναι θεσσαλός ήρωας. Στην Ασπίδα τοποθετείται κοντά στις Παγασές, όχι μακριά από τον Άναυρο. Ο Απόλλωνας των Παγασών είναι θυμωμένος μαζί του, γιατί ο Κύκνος ληστεύει τους προσκυνητές που περνάν από τη Θεσσαλία πηγαίνοντας για τους Δελφούς. Ο Ηρακλής και ο Ιόλαος συναντούν τον Κύκνο και τον πατέρα του Άρη στο εσωτερικό του ιερού του Απόλλωνα στις Παγασές. Ο Ηρακλής απαιτεί από τον Κύκνο να τον αφήσει να συνεχίσει το δρόμο του προς τον Κήυκα, το βασιλιά της Τραχίνας. Ο Κύκνος προκαλεί σε μονομαχία και ο Ηρακλής τον σκοτώνει. Ο Άρης ρίχνει το δόρυ του ενάντια στον Ηρακλή, αλλά η Αθηνά σώζει τον ήρωα, ο οποίος με τη σειρά του βρίσκει την ευκαιρία να χτυπήσει τον Άρη. Ο Άρης αποσύρεται στον ουρανό, ενώ ο Ηρακλής γυμνώνει τον Κύκνο από τα όπλα του. Ο Κήυκας θάβει με τιμές τον Κύκνο, ο οποίος ήταν γαμπρός του, αλλά ο Απόλλωνας, οργισμένος ακόμη, κάνει τον Άναυρο να πλημμυρίσει και να αφανίσει τον τύμβο του. 


δ θε δμηθεσα κα νρι πολλν ρστ
Θβ ν πταπλ διδυμονε γενατο παδε,
ο καθ μ φρονοντε· κασιγντω γε μν στην·                   
τν μν χειρτερον, τν δ α μγ μενονα φτα,
δεινν τε κρατερν τε, βην ρακληεην·
τν μν ποδμηθεσα κελαινεφι Κρονωνι,
τν δ ρα φικλα δορυσσόῳ μφιτρωνι,
κεκριμνην γενεν· τν μν βροτ νδρ μιγεσα,                    
τν δ Δι Κρονωνι, θεν σημντορι πντων.
ς κα Κκνον πεφνεν, ρητιδην μεγθυμον.
ερε γρ ν τεμνει κατηβλου πλλωνος
ατν κα πατρα ν ρην, ατον πολμοιο,
τεχεσι λαμπομνους σλας ς πυρς αθομνοιο,                  
στατ ν δφρ·

Ασπίς Ηρακλέους, στ. 48-61

Κι εκείνη έχοντας με θεό ενωθεί και μ΄ άντρα εξοχότατο πολύ
στη Θήβα μέσα την εφτάπυλη δίδυμα γέννησε παιδιά,
που ίδιο φρόνημα δεν είχαν, κι ας ήτανε αδέρφια.
τον ένα τον γέννησε κατώτερο, τον άλλο πάλι πολύ ανώτερο άντρα,
δεινό και κρατερό, το δυνατό Ηρακλή.
τον ένα αφού υποτάχθηκε στο μαυροσύννεφο το γιο του Κρόνου,
ενώ τον Ιφικλή αφού υποτάχθηκε στο δορισείστη Αμφιτρύωνα
-γενιές που διέφεραν- τον ένα σμίγοντας μ΄ άντρα θνητό,
τον άλλο με το γιο του Κρόνου Δία, τον αρχηγό όλων των θεών.
αυτός τον Κύκνο σκότωσε, το γενναιόκαρδο το γιο του Άρη.
Γιατί τους βρήκε στο τέμενος του Απόλλωνα που από μακριά τοξεύει,
αυτόν και τον πατέρα του, τον Άρη, τον αχόρταγο για πόλεμο,
ν΄ αστράφτουν με τα όπλα τους σαν της φωτιάς που καίει τη λάμψη,
όρθιους σε δίφρο μέσα. 

ΗΡΟΔΟΤΟΣ
Η καταγωγή των Σπαρτιατών βασιλέων ανάγεται χωρίς διακοπή στον Ηρακλή, τον ήρωα της δωρικής φυλής.

τοτοισι σαν μν νυν κα λλοι στρατηγο κατ πλιας κστων, δ θωμαζμενος μλιστα κα παντς το στρατεματος γεμενος Λακεδαιμνιος ν Λεωνδης ναξανδρδεω το Λοντος το Ερυκρατδεω το ναξνδρου το Ερυκρτεος το Πολυδρου το λκαμνεος το Τηλκλου το ρχλεω το γησλεω το Δορσσου το Λεωβτεω το χεστρτου το γιος το Ερυσθνεος το ριστοδμου το ριστομχου το Κλεοδαου το λλου το ρακλος, κτησμενος τν βασιληην ν Σπρτ ξ προσδοκτου.
Ηρόδοτος 7, 204

Οι στρατιωτικές αυτές μονάδες είχαν βέβαια τους στρατηγούς τους, η κάθε πόλη τον δικό της, αλλά εκείνος που είχε το μεγαλύτερο κύρος και που ήταν ο γενικός αρχιστράτηγος ήταν ο λακεδαιμόνιος Λεωνίδας, γιος του Αναξιμανδρίδη, γιου του Λέοντος, γιου του Ευρυκρατίδα …γιου του Ύλλου, γιου του Ηρακλή. Αυτός απέκτησε την εξουσία στη Σπάρτη χωρίς να το περιμένει.


ΠΡΟΔΙΚΟΣ ΚΕΙΟΣ
O Πρόδικος ο Κείος (5ος-4ος π.Χ. αι.) ήταν από τους σημαντικότερους σοφιστές της αρχαιότητας. Στον Πρόδικο αποδίδεται η περίφημη αφήγηση για τον Ηρακλή στο δίστρατο όπου υπάρχει και ο διάλογος του τελευταίου με την Αρετή και την Κακία.Προσπαθώντας να πείσει τον Αρίστιππο να είναι εγκρατής, ο Σωκράτης, ανάμεσα στα υπόλοιπα επιχειρήματα και τεκμήρια, αξιοποιεί τη γνωστή αφήγηση του Πρόδικου για τη συνάντηση του Ηρακλή με την Αρετή και την Κακία, απόσπασμα της οποίας ακολουθεί.


κα Πρδικος δ σοφς ν τ συγγρμματι τ περ ρακλους, περ δ κα πλεστοις πιδεκνυται, σατως περ τς ρετς ποφανεται, δ πως λγων, σα γ μμνημαι. φησ γρ ρακλα, πε κ παδων ες βην ρμτο, ν ο νοι δη ατοκρτορες γιγνμενοι δηλοσιν ετε τν δι’ ρετς δν τρψονται π τν βον ετε τν δι κακας, ξελθντα ες συχαν καθσθαι ποροντα ποτραν τν δν τρπηται·κα φανναι ατ δο γυνακας προσιναι μεγλας, τν μν τραν επρεπ τε δεν κα λευθριον φσει, κεκοσμημνην τ μν σμα καθαρτητι, τ δ μματα αδο, τ δ σχμα σωφροσν, σθτι δ λευκ, τν δ’ τραν τεθραμμνην μν ες πολυσαρκαν τε κα παλτητα, κεκαλλωπισμνην δ τ μν χρμα στε λευκοτραν τε κα ρυθροτραν το ντος δοκεν φανεσθαι, τ δ σχμα στε δοκεν ρθοτραν τς φσεως εναι, τ δ μματα χειν ναπεπταμνα, σθτα δ ξ ς ν μλιστα ρα διαλμποι· κατασκοπεσθαι δ θαμ αυτν, πισκοπεν δ κα ε τις λλος ατν θεται, πολλκις δ κα ες τν αυτς σκιν ποβλπειν.

Ξενοφώντος Απομνημονεύματα, 2.1.21-23

Και ο Πρόδικος ο σοφός στο σύγγραμμά του σχετικά με τον Ηρακλή, που βέβαια το δείχνει σε πάρα πολλούς, επίσης την ίδια γνώμη έχει για την αρετή μιλώντας κάπως έτσι, όσο θυμάμαι. Λέει δηλαδή ότι ο Ηρακλής όταν από την παιδική ηλικία προχωρούσε προς την εφηβική, κατά την οποία οι νέοι αυτοκυριαρχούνται  και φανερώνουν αν θα πάρουν στη ζωή τους είτε το δρόμο προς την αρετή είτε το δρόμο προς την κακία, βγήκε έξω και καθόταν ήσυχα μη ξέροντας προς ποιον από τους δυο δρόμους να στραφεί. Του φάνηκε τότε ότι πήγαν κοντά του δυο γυναίκες μεγαλόσωμες, η μία ήταν όμορφη στην εμφάνιση και ελευθέρια στη φύση της, στολισμένη στο σώμα με την καθαρότητά του, στα μάτια με την αιδημοσύνη της, στο παράστημα  με τη σωφροσύνη της και με ενδύματα λευκά. Η άλλη ήταν θρεμμένη, ώστε να είναι πολύσαρκη και απαλή, στολισμένη στην επιδερμίδα της, ώστε να νομίζει ότι φαίνεται πιο άσπρη και πιο κόκκινη από την πραγματικότητα, με παράστημα, ώστε να νομίζει ότι είναι ψηλότερη από το φυσικό της ανάστημα, με μάτια τεντωμένα και με ενδυμασία τέτοια, από την οποία μπορούσε να λάμπει η ομορφιά της. Εξέταζε συχνά τον εαυτό της, πρόσεχε αν τη βλέπει και κάποιος άλλος και πολλές φορές έριχνε και μια ματιά και στη σκιά της.